
Η διαχείριση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής από τις επιχειρήσεις βρέθηκε στο επίκεντρο της ψηφιακής εκδήλωσης που διοργάνωσε σήμερα το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο.
Απέναντι στους εντεινόμενους κλιματικούς κινδύνους η ασφάλιση αναδεικνύεται ως αναγκαίος μηχανισμός επιβίωσης και βιώσιμης ανάπτυξης των επιχειρήσεων, όπως τόνισε η γενική διευθύντρια της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος Ελίνα Παπασπυροπούλου, η οποία δεν παρέλειψε να τονίσει το μεγάλο κενό ασφαλιστικής προστασίας που καταγράφεται παγκοσμίως και ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, ιδίως στις μικρές επιχειρήσεις. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στον Daniel, που το 2023 προκάλεσε ζημιές συνολικού κόστους 1-1,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων μόνον τα 370 εκ. ευρώ αφορούσαν ασφαλισμένες ζημιές και από αυτά τα 340 εκ. αφορούσαν ασφαλισμένες επιχειρήσεις. Η υποχρεωτικό ασφάλιση των μεγάλων επιχειρήσεων έναντι φυσικών καταστροφών είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό βήμα, όμως το μεγάλο πρόβλημα εντοπίζεται στις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες στην πλειοψηφία τους παραμένουν ανασφάλιστες, αλλά αυτές θα έχουν τη μεγαλύτερη δυσκολία να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους σε περίπτωση που πληγούν από κάποια φυσική καταστροφή.
Κεντρική ομιλήτρια της εκδήλωσης ήταν η δρ Φοίβη Κουντούρη, καθηγήτρια του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, η οποία περιέγραψε το πώς το χρηματοοικονομικό, το περιβαλλοντικό και το κοινωνικοοικονομικό αποτύπωμα των κινδύνων είναι αλληλένδετες εκφάνσεις της ίδιας συστημικής δυναμικής, οπότε προκειμένου μία επιχείρηση να μπορέσει να διασφαλίσει τη βιώσιμη και κερδοφόρο ανάπτυξή της θα πρέπει να είναι σε θέση να μετρήσει και να ενσωματώσει αυτές τις παραμέτρους στον σχεδιασμό της. Η ποσοτικοποίηση των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής και ο συσχετισμός τους με τις χρηματοοικονομικές ροές, τις δυνατότητες δανειοδότησης κ.λπ. αποτελεί αναμφίβολα μία πρόκληση για τις επιχειρήσεις είναι όμως αναγκαία για την ορθή διαχείρισή τους και βέβαια για τη σωστή ασφάλισή τους. Οι μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν τον κύριο όγκο της ελληνικής επιχειρηματικότητας, για να μπορέσουν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον με αυξανόμενη πολυπλοκότητα θα πρέπει να προχωρήσουν σε συνεργασίες, δημιουργώντας clusters, οικοσυστήματα με το μέγεθος εκείνο που θα τους επιτρέψει να προσελκύσουν επενδυτικά κεφάλαια, να συμμορφωθούν με τα κριτήρια ESG και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών.
Στη συνέχεια τον λόγο πήρε η Θεοδώρα Αντωνακάκη, διευθύντρια του Κέντρου Κλιματικής Αλλαγής και Βιωσιμότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία τόνισε πως η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η πρώτη παγκοσμίως που ασχολήθηκε με την κλιματική αλλαγή, συνεργαζόμενη με διακεκριμένους επιστήμονες, προκειμένου να μελετήσει τις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές της επιπτώσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η ΤτΕ στη χρηματοδότηση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, σε συνεργασία και με την ΕΑΕΕ, καθώς ο ασφαλιστικός κλάδος έχει καθοριστικό ρόλο τόσο ως διαχειριστής των κινδύνων όσο και ως επενδυτής. Αναφέρθηκε τέλος στο τριπλό όφελος που απορρέει από τη σωστή και έγκαιρη προσαρμογή: μείωση μελλοντικών απωλειών, ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας και δημιουργία πιο ανθεκτικών κοινωνιών, τονίζοντας πως για κάθε ένα δολάριο που δαπανάται στην προσαρμογή έχουμε δεκαπλάσιο όφελος σε ορίζοντα δεκαετίας.
Ακολούθησε συζήτηση μεταξύ των κ.κ. Κωνσταντίνου Σεμερτζόγλου, διευθύνοντα συμβούλου της HDI Global SE Hellas, Βασίλη Χριστίδη, διευθύνοντα συμβούλου της Allianz Ευρωπαϊκή Πίστη και Ερρίκου Μοάτσου, διευθύνοντα συμβούλου της ERGO Hellas. Ο κ. Σεμερτζόγλου αναφέρθηκε στις σημαντικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει για μία επιχείρηση η έλευση μίας φυσικής καταστροφής, μεταξύ των οποίων η διακοπή εργασιών, που μπορεί να μεταφράζεται σε σημαντικό κόστος, απώλεια μεριδίου αγοράς, αλλά και συνεργατών. Όταν μία επιχείρηση δεν διαθέτει τα απαραίτητα κεφάλαια για να αυτασφαλιστεί, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να κλείσει μετά από ένα καταστροφικό γεγονός και ως εκ τούτου, όπως τόνισε ο κ. Χριστίδης, οι ασφαλιστικές εταιρίες είναι το δίχτυ ασφαλείας των επιχειρήσεων. Από την πλευρά του ο κ. Μοάτσος αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους οι περισσότερες μικρές επιχειρήσεις παραμένουν ανασφάλιστες έναντι φυσικών καταστροφών και αυτοί είναι αφ’ ενός η μικρή πιθανότητα να επέλθει ο κίνδυνος, την οποία τείνουμε να θεωρούμε μηδενική, οπότε δεν μας αφορά η όποια προστασία και αφ’ ετέρου η επικρατούσα κουλτούρα να τα περιμένουμε όλα από το κράτος. Όμως έχει αποδειχθεί κατ’ επανάληψη πως το κράτος δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει τις ζημιές, οπότε η νοοτροπία αυτή θα πρέπει να αλλάξει με την κατάλληλη ενημέρωση και εκπαίδευση των πολιτών. Αυτό, όπως συμφώνησαν και οι τρεις συνομιλητές, είναι δουλειά τόσο των ασφαλιστικών εταιριών όσο και του κράτους. Οι ασφαλιστικές εταιρίες από την πλευρά τους τόσο μέσω της ΕΑΕΕ όσο και μεμονωμένα υλοποιούν καμπάνιες ενημέρωσης, όμως το κράτος δεν κάνει αυτά που θα έπρεπε. Όπως είπε χαρακτηριστικά ο κ. Χριστίδης, «αν θεωρείς ότι δεν αντιμετωπίζεις κίνδυνο, οτιδήποτε σου ζητείται να πληρώσεις για να ασφαλιστείς το βρίσκεις δυσβάστακτο», ενώ ο κ. Σεμερτζόγλου υπογράμμισε πως «ο δικός μας ρόλος είναι να συμβουλεύουμε σωστά τους πελάτες μας για τον τρόπο που πρέπει να ασφαλιστούν, δυστυχώς όμως πολλές φορές δεν μας ακούν ή πιστεύουν ότι η ασφάλιση δεν είναι asset, αλλά liability».
Μιλώντας για το κόστος, τονίστηκε ιδιαίτερα πως προκειμένου να παραμείνει το κόστος της ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών προσιτό, θα πρέπει να γίνουν επενδύσεις στον τομέα της πρόληψης και εδώ ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός τόσο για την υλοποίηση έργων πρόληψης που θα περιορίζουν το εύρος των ζημιών όσο και για την παροχή κινήτρων και επιχορηγήσεων, που θα επιτρέψουν σε μεγαλύτερη μερίδα επιχειρηματιών να ασφαλιστούν.
Πέπη Μοίραλη
Αναδημοσιεύεται με την άδεια του privateinsurance.gr