Search
Close this search box.

ΕΡΕΥΝΑ: Captive insurance: Γιατί οι μεγάλες επιχειρήσεις φτιάχνουν τη δική τους ασφαλιστική εταιρεία


Μπορεί μια μεγάλη βιομηχανία, ένας όμιλος ενέργειας ή μια πολυεθνική εταιρεία να δημιουργήσει τη δική της ασφαλιστική εταιρεία, με βασικό σκοπό να ασφαλίζει τους κινδύνους του ίδιου του ομίλου;

Η απάντηση είναι ναι. Και όχι μόνο συμβαίνει, αλλά αποτελεί μια αγορά χιλιάδων ασφαλιστικών εταιρειών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πρόκειται για τις λεγόμενες captive insurance companies, ένα μοντέλο διαχείρισης κινδύνου που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και το οποίο τα τελευταία χρόνια γνωρίζει νέα ανάπτυξη εξαιτίας της αύξησης των ασφαλίστρων, των μεγάλων απαλλαγών και της δυσκολίας εξεύρεσης επαρκούς κάλυψης για κινδύνους όπως το cyber, οι φυσικές καταστροφές και ορισμένες εταιρικές ευθύνες.

Τι ακριβώς είναι μια captive;

Με απλά λόγια, μια captive είναι μια κανονική, αδειοδοτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία που ανήκει στην επιχείρηση την οποία ασφαλίζει.

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία ορίζει ως captive ασφαλιστική επιχείρηση εκείνη που ανήκει σε έναν χρηματοοικονομικό ή μη χρηματοοικονομικό όμιλο και έχει ως σκοπό να παρέχει ασφαλιστική κάλυψη αποκλειστικά στους κινδύνους των επιχειρήσεων του συγκεκριμένου ομίλου.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας μεγάλος βιομηχανικός όμιλος διαθέτει δεκάδες εργοστάσια σε διαφορετικές χώρες και κάθε χρόνο πληρώνει εκατομμύρια ευρώ για ασφαλίσεις περιουσίας, αστικής ευθύνης και cyber.

Ο όμιλος μπορεί να αποφασίσει ότι αντί να μεταφέρει το σύνολο του κινδύνου στις παραδοσιακές ασφαλιστικές εταιρείες, θα κρατήσει ένα μέρος του κινδύνου εσωτερικά.

Ιδρύει λοιπόν μια captive.

Οι εταιρείες του ομίλου καταβάλλουν ασφάλιστρα στην captive και εκείνη αναλαμβάνει να πληρώσει τις ζημιές μέχρι ένα συγκεκριμένο ύψος.

Αν τα αποτελέσματα είναι καλύτερα από τα αναμενόμενα, το underwriting αποτέλεσμα παραμένει ουσιαστικά μέσα στον ίδιο τον όμιλο, αντί να αποτελεί κέρδος ενός εξωτερικού ασφαλιστή.

Δεν σημαίνει ότι σταματούν να συνεργάζονται με ασφαλιστικές

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο για την ασφαλιστική αγορά.

Η δημιουργία μιας captive δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο επιχειρηματικός όμιλος σταματά να αγοράζει ασφάλιση.

Συχνά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Ένα χαρακτηριστικό μοντέλο μπορεί να λειτουργεί κάπως έτσι:

Επιχείρηση → Ασφαλιστική εταιρεία → Captive → Αντασφαλιστές

Μια παραδοσιακή ασφαλιστική εταιρεία εκδίδει το ασφαλιστήριο και αναλαμβάνει τον ρόλο του λεγόμενου fronting insurer. Στη συνέχεια μεταφέρει μέσω αντασφάλισης μέρος ή ακόμη και μεγάλο μέρος του συγκεκριμένου κινδύνου στην captive του πελάτη.

Η captive, από την πλευρά της, μπορεί να κρατήσει το πρώτο επίπεδο μιας ζημιάς και να αγοράσει επιπλέον αντασφάλιση για καταστροφικές ή πολύ μεγάλες ζημιές.

Έτσι, αντί η επιχείρηση να επιλέγει μεταξύ «ασφάλισης ή αυτασφάλισης», δημιουργείται ένα υβριδικό μοντέλο κατανομής του κινδύνου μεταξύ της ίδιας, της captive, των ασφαλιστικών εταιρειών και της διεθνούς αντασφαλιστικής αγοράς. Η άμεση πρόσβαση στην αντασφάλιση αποτελεί μάλιστα ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματα των captive δομών.

ΕΡΕΥΝΑ: Captive insurance: Γιατί οι μεγάλες επιχειρήσεις φτιάχνουν τη δική τους ασφαλιστική εταιρεία

Γιατί να μπει μια επιχείρηση σε όλη αυτή τη διαδικασία;

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι.

Ο πρώτος είναι η σταθεροποίηση του ασφαλιστικού κόστους. Μια επιχείρηση με πολύ καλή ζημιογόνο εμπειρία μπορεί να θεωρήσει ότι πληρώνει στην αγορά ασφάλιστρα τα οποία δεν αντανακλούν πλήρως το δικό της risk profile.

Μέσω της captive μπορεί να κρατήσει μεγαλύτερο μέρος αυτού του κινδύνου.

Ο δεύτερος είναι η δυνατότητα δημιουργίας καλύψεων κομμένων και ραμμένων στις ανάγκες του ομίλου.

Ο τρίτος είναι η πρόσβαση στην αντασφαλιστική αγορά.

Και ένας τέταρτος, ολοένα σημαντικότερος λόγος, είναι η κάλυψη κινδύνων που η παραδοσιακή αγορά είτε ασφαλίζει ακριβά είτε δεν επιθυμεί να αναλάβει πλήρως.

Σύμφωνα με την AM Best, οι captives χρησιμοποιούνται πλέον μεταξύ άλλων για cyber risk και employee benefits, ενώ γενικότερα μπορούν να αξιοποιηθούν για property, liability, catastrophe exposures και πολλούς άλλους εταιρικούς κινδύνους.

Πού βρίσκονται αυτές οι ασφαλιστικές;

Οι captive ασφαλιστικές συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες δικαιοδοσίες, γνωστές ως captive domiciles.

Υπάρχουν περισσότερες από 70 τέτοιες δικαιοδοσίες διεθνώς. Στις μεγαλύτερες περιλαμβάνονται το Vermont στις ΗΠΑ, τα Cayman Islands και οι Bermuda. Με βάση στοιχεία για το τέλος του 2024, το Vermont είχε 683 captives, τα Cayman 670 και οι Bermuda 631, με τη συγκεκριμένη καταμέτρηση να εξαιρεί cells και ορισμένες ειδικές δομές.

Στην Ευρώπη, παραδοσιακά ισχυρές αγορές είναι το Guernsey και το Λουξεμβούργο, με την AM Best να καταγράφει 197 captives σε καθεμία το 2024, ενώ σημαντική παρουσία έχουν επίσης το Isle of Man, η Ιρλανδία και η Μάλτα.

Ειδικά το Λουξεμβούργο έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ευρωπαϊκό κέντρο για captive reinsurance. Το επίσημο μητρώο της εποπτικής αρχής περιλαμβάνει, μεταξύ πολλών άλλων, εταιρείες όπως οι ArcelorMittal Property and Casualty Reinsurance, Capgemini Reinsurance International, Cargolux Re, Suez Re και Acciona Energia Re.

Η Γαλλία δείχνει πόσο γρήγορα αλλάζει η αγορά

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η περίπτωση της Γαλλίας.

Η χώρα δημιούργησε τα τελευταία χρόνια ευνοϊκότερο θεσμικό πλαίσιο για reinsurance captives, επιχειρώντας ουσιαστικά να πείσει μεγάλους γαλλικούς ομίλους που είχαν εγκαταστήσει τις captives τους στο εξωτερικό να τις επαναφέρουν στη χώρα.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά.

Στις αρχές του 2022 υπήρχαν μόλις 7 γαλλικές reinsurance captives. Στο τέλος του 2025 είχαν φτάσει τις 24, ενώ περίπου δέκα ακόμη σχέδια βρίσκονταν υπό εξέταση.

Μεταξύ των επιχειρήσεων που έχουν δημιουργήσει γαλλικές captive δομές τα τελευταία χρόνια βρίσκονται όμιλοι όπως οι Orange, Safran, Groupe La Poste, Naval Group, Publicis και Lactalis.

Παράλληλα, το Ηνωμένο Βασίλειο προχωρά τώρα στη δημιουργία δικού του ειδικού καθεστώτος. Η βρετανική Prudential Regulation Authority έχει ήδη θέσει σε διαβούλευση ένα μοντέλο με αναλογικότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις και ταχύτερες αδειοδοτήσεις, καθώς πολλές βρετανικές επιχειρήσεις έχουν σήμερα τις captives τους εκτός χώρας.

Και στην Ελλάδα;

Εδώ το θέμα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Η έννοια της captive δεν είναι άγνωστη στην ελληνική νομοθεσία. Η Ελλάδα εφαρμόζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II μέσω του ν. 4364/2016 και οι captive ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις προβλέπονται στο ευρωπαϊκό και εθνικό εποπτικό πλαίσιο. Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση και εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων με έδρα στη χώρα.

Ωστόσο, η Ελλάδα δεν διαθέτει σήμερα ένα ξεχωριστό, εξειδικευμένο captive regime αντίστοιχο με εκείνα του Λουξεμβούργου ή της Μάλτας.

Η πρόσφατη διεθνής μελέτη GILC Captives Report 2026, στην οποία συμμετείχαν και Έλληνες νομικοί της KG Law Firm, σημειώνει χαρακτηριστικά ότι στην Ελλάδα η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται μέσα στο γενικό πλαίσιο του Solvency II και όχι μέσω ενός ειδικού captive καθεστώτος.

Αυτό ενδεχομένως εξηγεί και γιατί η Ελλάδα δεν εμφανίζεται σήμερα μεταξύ των ευρωπαϊκών captive hubs.

Δεν είναι όμως «εύκολη αυτασφάλιση»

Το μοντέλο έχει και μια άλλη πλευρά.

Μια captive είναι πραγματική ασφαλιστική επιχείρηση. Χρειάζεται κεφάλαια, underwriting, actuarial calculations, τεχνικές προβλέψεις, εταιρική διακυβέρνηση, διαχείριση ζημιών, επενδυτική πολιτική, reporting και εποπτική συμμόρφωση.

Εάν οι ζημιές αποδειχθούν πολύ μεγαλύτερες από τις προβλέψεις, ο κίνδυνος επιστρέφει ουσιαστικά στον ίδιο τον επιχειρηματικό όμιλο.

Υπάρχουν επίσης σημαντικά κόστη δημιουργίας και λειτουργίας, γι’ αυτό και η λύση έχει νόημα κυρίως όταν η επιχείρηση διαθέτει επαρκές μέγεθος, ισχυρό ισολογισμό και σοβαρή υποδομή risk management.

Γι’ αυτό και οι captives δεν πρέπει να συγχέονται με κάποιο «φορολογικό κόλπο». Μπορεί να έχουν φορολογικές επιπτώσεις ανάλογα με τη χώρα εγκατάστασης, όμως ο βασικός τους οικονομικός ρόλος είναι η χρηματοδότηση και διαχείριση του εταιρικού κινδύνου.

Από εργαλείο των πολυεθνικών σε μια ολόκληρη αγορά

Για δεκαετίες οι captives θεωρούνταν λύση σχεδόν αποκλειστικά για τις μεγαλύτερες πολυεθνικές επιχειρήσεις.

Αυτό αρχίζει να αλλάζει.

Το GILC Captives Report 2026 διαπιστώνει ότι πλέον αυξάνεται το ενδιαφέρον και από επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους, οργανισμούς του δημόσιου τομέα και εταιρείες σε αγορές που μέχρι πρόσφατα είχαν ελάχιστη σχέση με captive insurance.

Σε αυτή την εξέλιξη συμβάλλουν και οι λεγόμενες Protected Cell Companies, όπου διαφορετικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν χωριστά «κελιά» μέσα στην ίδια ασφαλιστική δομή, διατηρώντας νομικά και οικονομικά διαχωρισμένους τους κινδύνους τους. Έτσι μειώνεται σημαντικά το κόστος σε σχέση με τη δημιουργία μιας πλήρως αυτόνομης ασφαλιστικής εταιρείας.

Η Μάλτα μάλιστα αποτελεί σήμερα τη μοναδική δικαιοδοσία της ΕΕ που προσφέρει PCC structures με δυνατότητα άμεσου ευρωπαϊκού passporting, σύμφωνα με το GILC.

Η ανάπτυξη των captives δημιουργεί τελικά ένα νέο πεδίο όχι μόνο για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, αλλά και για ασφαλιστές, brokers, αντασφαλιστές, actuaries, risk managers και captive managers.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του μοντέλου: η captive δεν έρχεται απαραίτητα να αντικαταστήσει την ασφαλιστική αγορά. Έρχεται να αλλάξει ποιος κρατά ποιο κομμάτι του κινδύνου.

Σε ένα περιβάλλον όπου οι επιχειρηματικοί κίνδυνοι γίνονται ακριβότεροι, πιο σύνθετοι και συχνά δυσκολότερο να ασφαλιστούν, αυτή η συζήτηση φαίνεται ότι μόλις αρχίζει.

Πηγές: NAIC, EIOPA/Solvency II, Bank of Greece, AM Best, Global Insurance Law Connect – Captives Report 2026, ACPR/Banque de France, Luxembourg Commissariat aux Assurances και Prudential Regulation Authority.

Αναδημοσιεύεται με την άδεια του insuranceforum.gr

Κοινοποιήστε στα παρακάτω:

Newsletter

Κάντε την εγγραφή σας στο Newsletter νέα του συνεταιρισμού.
Κύλιση στην κορυφή