Τα stablecoins εξελίσσονται με ταχύτητα από ένα εργαλείο του οικοσυστήματος των κρυπτονομισμάτων σε μια νέα μορφή ψηφιακού χρήματος με ολοένα μεγαλύτερη σύνδεση με το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μαζί με την ανάπτυξή τους, όμως, ενισχύεται και ο προβληματισμός για τη δυνατότητα χρησιμοποίησής τους σε ξέπλυμα χρήματος, φοροδιαφυγή, παράκαμψη κυρώσεων και άλλες παράνομες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.
Η συνολική αγορά των stablecoins έχει φτάσει περίπου τα 300 δισ. δολάρια, ενώ το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται πλέον στις εταιρείες του crypto οικοσυστήματος. Μεγάλες τράπεζες, επιχειρήσεις πληρωμών και παραδοσιακοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί εξετάζουν ενεργά τις δυνατότητες που προσφέρει η συγκεκριμένη τεχνολογία.
Τα stablecoins είναι ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία συνδέεται συνήθως με ένα συμβατικό νόμισμα, κατά κύριο λόγο το αμερικανικό δολάριο. Η BIS αναφέρει ότι το 99,4% των fiat-backed stablecoins, βάσει κεφαλαιοποίησης, είναι συνδεδεμένο με το δολάριο.
Η δυνατότητα γρήγορων και σχετικά φθηνών διασυνοριακών συναλλαγών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματά τους. Η ίδια τεχνολογική αρχιτεκτονική, ωστόσο, δημιουργεί νέες προκλήσεις για τις εποπτικές αρχές.
Πάνω από 70% σε self-custody wallets
Το ζήτημα ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση η διακεκριμένη οικονομολόγος Gita Gopinath, καθηγήτρια στο Harvard και πρώην First Deputy Managing Director του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σε ομιλία της στις 28 Ιουνίου 2026 στο πλαίσιο της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης της Bank for International Settlements (BIS).
Το βασικό εύρημα των στοιχείων που παρουσίασε είναι ιδιαίτερα σημαντικό: πάνω από το 70% των stablecoins βρίσκεται σήμερα σε self-custody wallets.
Σε αντίθεση με ένα ψηφιακό πορτοφόλι που διαχειρίζεται μια τράπεζα ή ένα ρυθμιζόμενο ανταλλακτήριο, στο self-custody wallet ο ίδιος ο χρήστης έχει στην κατοχή του τα ιδιωτικά κλειδιά και τον πλήρη έλεγχο των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.
Οι συναλλαγές εξακολουθούν να καταγράφονται στο blockchain. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι γνωστή και η πραγματική ταυτότητα του προσώπου που βρίσκεται πίσω από κάθε διεύθυνση.
Η Gopinath σημείωσε ακόμη ότι μόνο περίπου το 11% των συναλλαγών stablecoins μπορεί να γεωεντοπιστεί, γεγονός που καταδεικνύει πόσο περιορισμένη μπορεί να είναι η εικόνα των εποπτικών αρχών για τη διαδρομή των κεφαλαίων και ειδικά για τις διασυνοριακές ροές.
Μια αντίστροφη πορεία από το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα
Εδώ ακριβώς βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες αντιφάσεις.
Επί δεκαετίες, οι εποπτικές αρχές κινούνται προς τον περιορισμό της ανωνυμίας στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Οι τράπεζες και οι υπόλοιποι υπόχρεοι οργανισμοί εφαρμόζουν αυστηρές διαδικασίες Know Your Customer (KYC) και Anti-Money Laundering (AML), με στόχο να γνωρίζουν ποιος πραγματοποιεί μια συναλλαγή και, όπου απαιτείται, ποια είναι η προέλευση και ο τελικός προορισμός των κεφαλαίων.
Στο παραδοσιακό σύστημα, το κατεξοχήν ανώνυμο μέσο συναλλαγής παραμένουν τα μετρητά.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Gopinath, τα stablecoins φαίνεται να οδηγούν προς την αντίθετη κατεύθυνση: ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος ψηφιακού χρήματος μπορεί να βρίσκεται και να μεταφέρεται μέσω δομών στις οποίες δεν παρεμβάλλεται ένας παραδοσιακός χρηματοπιστωτικός οργανισμός που έχει προηγουμένως ταυτοποιήσει τον πελάτη.
Τα stablecoins κυριαρχούν πλέον στις παράνομες crypto συναλλαγές
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ένα δεύτερο εύρημα που αφορά τη χρήση διαφορετικών cryptoassets σε παράνομες δραστηριότητες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην ανάλυση, το 2020 τα stablecoins αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 10% των συναλλαγών crypto που είχαν συνδεθεί με εγκληματικές ή παράνομες δραστηριότητες.
Μέσα στο 2026, το αντίστοιχο ποσοστό έχει ξεπεράσει το 80%.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση χρειάζεται, βεβαίως, σωστή ανάγνωση.
Δεν σημαίνει ότι το 80% των συναλλαγών stablecoins αφορά παράνομες δραστηριότητες. Σημαίνει ότι ανάμεσα στις συναλλαγές crypto που έχουν χαρακτηριστεί ως παράνομες, τα stablecoins χρησιμοποιούνται πλέον πολύ περισσότερο από άλλα κρυπτονομίσματα.
Η αλλαγή αυτή είναι σημαντική, καθώς δείχνει ότι η σταθερότητα της αξίας τους, η ταχύτητα μεταφοράς και η δυνατότητα χρήσης self-custody wallets τα καθιστούν ελκυστικότερα και για όσους επιθυμούν να μεταφέρουν κεφάλαια εκτός των παραδοσιακών χρηματοπιστωτικών διαύλων.
Νέο πεδίο κινδύνου για AML και Compliance
Η συζήτηση γύρω από τα stablecoins δεν αφορά επομένως μόνο τις αγορές crypto.
Αφορά ευθέως το compliance των τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών και συνολικά των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, ιδιαίτερα όσο αυξάνονται οι διασυνδέσεις μεταξύ των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων και της παραδοσιακής οικονομίας.
Για τις λειτουργίες AML και financial crime compliance ανακύπτουν νέα ερωτήματα:
Πώς αξιολογείται η προέλευση κεφαλαίων όταν αυτά εισέρχονται σε έναν εποπτευόμενο χρηματοπιστωτικό οργανισμό έχοντας προηγουμένως περάσει από πολλαπλά self-custody wallets;
Πώς μπορεί να εξακριβωθεί ο πραγματικός δικαιούχος μιας συναλλαγής;
Πώς εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι διεθνείς κυρώσεις όταν τα κεφάλαια μπορούν να κινηθούν σε παγκόσμια κλίμακα χωρίς κεντρικό διαμεσολαβητή;
Και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να επεκταθεί η υποχρέωση ελέγχου ενός εποπτευόμενου οργανισμού όταν η προηγούμενη διαδρομή των κεφαλαίων βρίσκεται εκτός του ρυθμιζόμενου χρηματοπιστωτικού συστήματος;
Η BIS θεωρεί ότι η διεθνής συνεργασία για τη ρύθμιση των stablecoins θα είναι κρίσιμη, ακριβώς επειδή οι συναλλαγές δεν περιορίζονται στα εθνικά σύνορα. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η ευρεία υιοθέτησή τους μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους όχι μόνο για τη χρηματοπιστωτική ακεραιότητα αλλά και για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τη νομισματική πολιτική και τις διασυνοριακές κεφαλαιακές ροές.
Η τεχνολογία δεν είναι το πρόβλημα – Το ερώτημα είναι οι κανόνες
Η συζήτηση δεν είναι μονόπλευρη. Τα stablecoins μπορούν να συμβάλουν σε ταχύτερες, φθηνότερες και περισσότερο προγραμματιζόμενες πληρωμές, ιδιαίτερα σε διεθνείς συναλλαγές, όπου το σημερινό τραπεζικό σύστημα μπορεί να είναι ακριβό και χρονοβόρο.
Η πρόκληση επομένως δεν είναι να αγνοηθεί η τεχνολογία, αλλά να βρεθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο που θα επιτρέπει την αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της χωρίς να δημιουργεί μια παράλληλη οικονομία με σημαντικά μικρότερη δυνατότητα εποπτείας.
Καθώς τα stablecoins περνούν σταδιακά από τον κόσμο των κρυπτονομισμάτων στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το αν θα χρησιμοποιηθούν στο πώς θα χρησιμοποιηθούν και υπό ποιους κανόνες.
Και σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, οι μηχανισμοί AML, KYC, sanctions screening και εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών θα χρειαστεί να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον στο οποίο το χρήμα μπορεί να είναι πλήρως ψηφιακό, να κινείται σε δευτερόλεπτα μεταξύ χωρών και ταυτόχρονα να μην αποκαλύπτει εύκολα ποιος βρίσκεται πίσω από τη συναλλαγή.
Αναδημοσιεύεται με την άδεια του insuranceforum.gr